- άναπτα
- ἄναπταἄναπτοςnot to be touched: neut nom /voc /acc pl
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
ἀνάπτα — ἀνάπτᾱ , ἀναπέτομαι f aor imperat mid 2nd sg (doric aeolic) ἀναπέτομαι f aor ind act 3rd sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἄναπτα — ἄναπτος not to be touched neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναπτάς — ἀναπτά̱ς , ἀναπέτομαι f aor part act masc nom/voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναπτάσης — ἀναπτά̱σης , ἀναπέτομαι f aor part act fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)